Αναδυόμενες ασθένειες: τι εννοούμε & πώς προκαλούνται
Δρ Αγγελική Γαριού Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου (Σ.Ε.Ε.) Δυτικής Ελλάδας
University of Patras | UP · Division of Genetics, Cell and Developmental Biology, MEd PhD

Αναδυόμενες ασθένειες
Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι η παγκόσμια υγεία τα τελευταία χρόνια βελτιώνεται και αυτό μεταφράζεται και σε αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στη βελτίωση των συνθηκών κατοικίας και υγιεινής, στην άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των ανθρώπων, στους εμβολιασμούς, στη βελτίωση της διατροφής και σε άλλους παράγοντες (Αρβανιτίδου-Βαγιωνά, 2013).Παράλληλα όμως, σε όλο τον πλανήτη οι παθογόνοι παράγοντες εξελίσσονται και εμφανίζονται ασθένειες των οποίων η αντιμετώπιση είναι όλο και πιο δύσκολη (WHO, Emergingdiseases).
Η έννοια της «αναδυόμενης ασθένειας» (Debroise, 2007) καθιερώθηκε τα τελευταία χρόνια και αναφέρεται:
- Στις λοιμώδεις νόσους των οποίων η ανακάλυψη είναι σχετικά πρόσφατη και οι οποίες βρίσκονται στο στάδιο της εξάπλωσης (όπως ήταν το AIDS, ή σήμερα η COVID-19).
- Σε μη λοιμώδεις ασθένειες, όπως η παχυσαρκία ή ο καρκίνος, οι οποίες δεν είναι μεταδοτικές, αλλά η συχνότητα εμφάνισής τους απειλεί τη δημόσια υγεία.
- Σε ασθένειες που επανεμφανίζονται, όπως η φυματίωση, ο κίτρινος πυρετός ή η ιλαρά (O’Connor, 2013).
Οι παράγοντες της ανάδυσης
Τι είναι αυτό που ευνοεί την εμφάνιση νέων ασθενειών; Διάφοροι παράγοντες θεωρούνται υπεύθυνοι: Οι μετακινήσεις πληθυσμών, η υπερ-συγκέντρωση πληθυσμού σε «ΜΕΓΑ-πόλεις», η εντατική κτηνοτροφία, οι κλιματικές συνθήκες, μαζί με την προσαρμοστικότητα των μικροβίων και τους ελλιπείς εμβολιασμούς (Woolhouse&Gowtage-Sequeria, 2005). Πιο αναλυτικά:
• Η πυκνότητα του πληθυσμού
Το 1900 ο πληθυσμός της γης ήταν μόλις 1,7 δις, ενώ σήμερα είμαστε περίπου 7 δις κάτοικοι. Περίπου 60% του πληθυσμού κατοικεί σε μεγάλες πόλεις, χωρών που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν επαρκές αποχετευτικό σύστημα και πόσιμο νερό. Υπάρχουν τουλάχιστον 30 «ΜΕΓΑ-πόλεις» με περισσότερους από 10.000.000 κατοίκους. Η εκτεταμένη αστικοποίηση του πληθυσμού του πλανήτη έχει ως αποτέλεσμα η επαφή μεταξύ ανθρώπων να είναι πολύ συχνή π.χ. στις δημόσιες συγκοινωνίες, στα εμπορικά κέντρα, στα σχολεία, στα στάδια.Η εγγύτητα ευνοεί τη διάδοση μεταδιδόμενων νοσημάτων και είναι επιδημιολογικά επικίνδυνη (Davis, 2020).
• Η αύξηση των διεθνών μετακινήσεων
Ο αριθμός των ατόμων που ταξιδεύουν διεθνώς αυξάνεται κάθε χρόνο. Η αύξηση των πληθυσμιακών μετακινήσεων φέρνει νέα μικρόβια σε πληθυσμούς με ανέτοιμο ανοσοποιητικό σύστημα, δηλαδή σε ανθρώπους των οποίων ο οργανισμός δεν διαθέτει άμυνα απέναντι σε μικρόβια με τα οποία δεν έχει έρθει σε επαφή στο παρελθόν (Tayloretal., 2001). Η ευλογιά για παράδειγμα εξόντωσε μεγάλο αριθμό των ιθαγενών της Αμερικής, γιατί η ασθένεια ήταν άγνωστη στην ήπειρο αυτή, την μετέφεραν εκεί οι Ισπανοί εξερευνητές.
Σήμερα τα μικρόβια μπορούν να κάνουν το γύρο του κόσμου σε μερικές μέρες ταξιδεύοντας με πλοία, με αεροπλάνα, ή από το οδικό δίκτυο μέσω των ανθρώπων, των ζώων ή των προϊόντων διατροφής (ζωικών και φυτικών). Είναι πλέον δυνατόν ένα άτομο να μολυνθεί σε μία ήπειρο και να γίνει η μετάδοση της νόσου σε μία άλλη ήπειρο την ίδια μέρα, κάτι που δεν ήταν δυνατό στο παρελθόν. Για αυτόν τον λόγο, στις μέρες μας, δεν είναι δυνατό να καταπολεμηθεί μία νόσος τοπικά και να εκριζωθεί από τον πλανήτη.
Η επιδημία του προηγούμενου κορονοϊού SARS 2003 εξαπλώθηκε ταχύτατα στους διεθνείς άξονες των αεροπορικών μεταφορών. Οι περιοχές που επλήγησαν περισσότερο βρίσκονταν γύρω από τα μεγάλα αεροδρόμια ή σε ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένες ζώνες.
• Τα ζώα και η Εντατική κτηνοτροφία
Η κτηνοτροφία μεγάλης κλίμακαςσε συνδυασμό με το διεθνές εμπόριο τροφίμων, καθώςκαι η αυστηρή επιλογή των ζώων (τα γενετικά συγγενικά ζώα είναι πιο ευάλωτα σε μολύνσεις), αυξάνει την πιθανότητα επαφής μεταξύ ζώων που είναι φορείς διαφόρων ιών διευκολύνοντας τη διάδοση ασθενειών. Ας σημειωθεί ότι από τα 1.415 παθογόνα που είναι γνωστό ότι μολύνουν τον άνθρωπο, το 61% αφοράζωονόσους (Tayloret. al., 2001).Επιπλέον, ορισμένες από τις μεταδιδόμενες στους ανθρώπους ασθένειες προέρχονται από τα άγρια ζώα.Έτσι όταν αποψιλώνουμε τα δάση, ή αποξηραίνουμε βαλτώδεις περιοχές ερχόμαστε σε επαφή με πολλούς ιούς οι οποίοι μέχρι πρόσφατα δεν είχαν εύκολη πρόσβαση στον άνθρωπο (Vrbovaetal., 2010). Το πρόβλημα εντείνεται και από τις υπαίθριες αγορές κρέατος αγρίων θηραμάτων που ευνοούν την εξάπλωση των μικροβίων.
Η γρίπη είναι μια συνηθισμένη ασθένεια σε ανθρώπους και ζώα και υπάρχουν πολλοί ιοί που την προκαλούν. Η συνύπαρξη δύο ιών στον ίδιο οργανισμό μπορεί να προκαλέσει το κατάλληλο γενετικό περιβάλλον για την ανάδυση ενός νέου ιού, άγνωστου στο ανοσοποιητικό μας σύστημα, σπάζοντας το «φράγμα» που εμπόδιζε τις ζωονόσους να μεταπηδήσουν στον άνθρωπο.
• Κλιματικές συνθήκες
Το περιβάλλον αλλάζει, τόσο από φυσικές διεργασίες όσο και από την ανθρώπινη παρέμβαση. Η αποψίλωση των δασών (για τη δημιουργία δρόμων, αστικών κέντρων, καλλιεργειών), η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη (που αυξάνει τον όγκο και τη δύναμη των καταιγίδων και οδηγεί σε πλημμύρες) αλλά και κοινωνικές αλλαγές όπως η αστικοποίηση, η μετανάστευση, η φτώχεια και οι πόλεμοι δημιουργούν αλλαγές στο τοπικό περιβάλλον και στο κλίμα (Hansenetal., 2017).
Η αλλαγή του κλίματος αποτελεί έναν ακόμα παράγοντα που ευνοεί τη μετάδοση λοιμωδών νοσημάτων.Για παράδειγμα, το λιώσιμο των μόνιμων πάγων (παγετώνων) από την αύξηση της θερμοκρασίας θεωρείται πιθανό να ελευθερώσει ιούς και μικρόβια που βρίσκονται για χιλιάδες χρόνια εγκλωβισμένα και για τα οποία ο άνθρωπος δεν διαθέτει φυσική άμυνα.Ή η διεύρυνση της ανάπτυξης των εντόμων σε περιοχές «ασυνήθεις» -από πλευράς κλίματος- μπορεί να διευκολύνει τη μετάδοση παθογόνων μικροβίων.
Το περιβάλλον αλλάζει με ρυθμό που ξεπερνά την ικανότητα προσαρμογής του ανθρώπινου είδους, ωστόσο όχι αυτήν των μικροβίων. Η μεγάλη ταχύτητα αναπαραγωγής των μικροβίων σε συνδυασμό με τη δράση της φυσικής επιλογής λειτουργεί ως πηγή ποικιλομορφίας επιτρέποντας την ανάπτυξη νέων στελεχών, τα οποία μπορεί να γίνουν επικίνδυνα.
• Προσαρμοστικότητα μικροβίων
Η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών στον άνθρωπο, αλλά και στις κτηνοτροφικές μονάδες, ευνοεί την ανάπτυξη αντοχής των παθογόνων στα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για τον περιορισμό τους.
Οι μικροοργανισμοί εξελίσσονται και προσαρμόζονται μέσω των μεταλλάξεων, δηλαδή των αλλαγών του γενετικού τους υλικού. Οι αλλαγές αυτές αντικατοπτρίζονται
- στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας στα αντιμικροβιακά,
- στην ικανότητά τους να μολύνουν νέους ξενιστές
- ή να αντιδρούν διαφορετικά στην άμυνα του ξενιστή.
• Εμβολιασμοί
Εναντιώσεις στον εμβολιασμό, από ένα ευρύ φάσμα επικριτών, υπάρχουν σχεδόν από τις πρώτες εκστρατείες εμβολιασμού (Wolfe&Sharp, 2002).Μερικές κριτικές απέναντι στους εμβολιασμούς αναφέρουν ότι δεν είναι αποτελεσματικοί απέναντι στις ασθένειες ή ότι οι μελέτες για την ασφάλειά τους είναι ανεπαρκείς. Μερικές θρησκευτικές ομάδες απαγορεύουν τον εμβολιασμό, ενώ κάποιες πολιτικές ομάδες εναντιώνονται στον υποχρεωτικό εμβολιασμό στα πλαίσια της ατομικής ελευθερίας.
Η πλημμελής εφαρμογή των προγραμμάτων εμβολιασμούέχει ως συνέπεια την επανεμφάνιση νοσημάτων που είχαν σχεδόν εκριζωθεί. Η πολιομυελίτιδα, η διφθερίτιδα και η ιλαρά, είναι τέτοια παραδείγματα.
Ενδεικτικές περιπτώσεις
Οι αναδυόμενες ασθένειες (CDC, 2018) μας έχουν απασχολήσει αρκετά τα τελευταία χρόνια, όπως η επιδημία του H1N1 (2009), η επιδημία του Έμπολα (2014, 2018), του Ζίκα (2013-2015, 2018), του AIDS (1981-), του Δάγκειου αιμορραγικού πυρετού (2018-2019), οι δύο προηγούμενοι κορονοϊοί, ο πρώτος SARS (2003) που μεταπήδησε στον άνθρωπο από τη μοσχογαλή και ο MERS (2012, 2018) που μεταδόθηκε από τις καμήλες, και τώρα ο δεύτερος κορονοϊόςSars – CoV-2 (2019) που οδήγησε στην πανδημία γνωστή ως COVID-19 (CoronaVirusDisease 19).
Πώς ένας νέος ιός προκαλεί πανδημία;
Οι μολύνσεις από τονκοροναϊό SARS-CoV-2 οδήγησαν στην εξάπλωση πανδημίας σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Αυτό έγινε δυνατό διότι ο ιός τυχαίνει να έχει μία πολύ καλή «ισορροπία» μεταξύ παθογένειας και μεταδοτικότητας. Ενώ δηλαδή είναι ικανά παθογόνος ώστε να αποτελεί έναν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, δεν είναι τόσο θανατηφόρος ώστε να σκοτώνει τους ξενιστές του (τον άνθρωπο δηλαδή) πριν προλάβουν να μεταδώσουν την ασθένεια στους ευάλωτους συνανθρώπους τους, όπως συμβαίνει με τον ιό του Έμπολα.
Επιπλέον οι άνθρωποι που έχουν προσβληθεί με τον SARS-CoV-2 είναι ικανοί να μεταδώσουν την ασθένεια σε κοντινά άτομα πριν αναπτύξουν οι ίδιοι τα συμπτώματα της νόσου. Ο ιός δηλαδή μπορεί να εξαπλωθεί εύκολα πριν ο ασθενής κατανοήσει την κατάσταση του και τον κίνδυνο που αποτελεί για τους συνανθρώπους του ώστε να λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις.
Τι κάνουμε σε περίπτωση ανάδυσης;
Σε περίπτωση ανάδυσης μιας λοιμώδους ασθένειας πρέπει να κερδίσουμε χρόνο. Ο χρόνος που κερδίζουμε επιβραδύνοντας την εξάπλωσή της έχει στρατηγική σημασία στον αγώνα κατά της ασθένειας. Μας επιτρέπει να περιορίσουμε τις απώλειες, να μελετήσουμε τον παθογόνο παράγοντα και να προχωρήσουμε στην ανακάλυψη θεραπείας ή εμβολίου. Για τους ιούς το ισχυρότερο όπλο που έχουμε είναι το εμβόλιο, αφού γνωρίζουμε ότι οι ιώσεις δεν καταπολεμώνται με αντιβιοτικά.
Για να ανακόψουμε λοιπόν, την εξάπλωση μιας λοιμώδους νόσου και εν προκειμένου της COVID-19, εφόσον αυτός μεταδίδεται με τα σταγονίδια της αναπνοής μας, κεντρική ιδέα είναι η αύξηση της απόστασης μεταξύ των ανθρώπων, δηλαδή η μείωση του αριθμού των ατόμων με τα οποία έρχεται καθένας σε επαφή ημερησίως και η χρήση της μάσκας, μέχρις ότου εμβολιαστεί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, περίπου 7 στους 10 (ΕΟΔΥ, 2021).
Το βέβαιο είναι ότι ένας τέτοιος ιός, όσο μικρός κι αν είναι σε μέγεθος, δεν μπορεί να καταπολεμηθεί τοπικά, αφορά ολόκληρο τον πλανήτη. Απαιτείται η κοινή προσπάθεια και η πανανθρώπινη αλληλεγγύη.
